Γη της απόλυτης αντίφασης η Θεσσαλία, με κάθε πλημμύρα να καταστρέφει τις υποδομές της και κάθε ξηρασία να εξαντλεί τους πόρους της
Αντιμέτωπη με τη σοβαρότερη κρίση των τελευταίων δεκαετιών η Θεσσαλία, μετατρέπεται σε γη της απόλυτης αντίφασης απειλούμενη αφενός από πλημμυρικά φαινόμενα κι αφετέρου από λειψυδρία. Αν και ο συναγερμός έχει σημάνει προ πολλού, η αναφορά του Δημήτρη Κουρέτα ότι οι αντοχές σε έναν επόμενο Daniel δεν θα υπερβαίνουν τις 12 ώρες, την ώρα που ο κίνδυνος της ερημοποίησης λόγω της δραματικής μείωσης των υδάτινων πόρων, συνθέτει την εικόνα ενός δυστοπικού τοπίου που τρομάζει…
Γράφει ο Τάσος Κουρκούμπας από την «Πολιτεία Θεσσαλών» Κυριακή 9 Νοεμβρίου 2025
Δύο χρόνια μετά την καταστροφική θεομηνία, η Θεσσαλία εξακολουθεί να μετρά πληγές. Οι πλημμύρες του 2023 αποκάλυψαν με δραματικό τρόπο τη γύμνια απέναντι στα ακραία καιρικά φαινόμενα και στις συνέπειες της κλιματικής αλλαγής. Σήμερα, ωστόσο, η Θεσσαλία δεν κινδυνεύει μόνο από το νερό που τότε την πλημμύρισε με ανυπολόγιστο κόστος ανθρώπινων ζωών και περιουσιών, αλλά παραδόξως κι από την έλλειψή του. Η λειψυδρία, η υπεράντληση των υπόγειων υδροφορέων και η απουσία συντονισμένων έργων υποδομής απειλούν να μετατρέψουν τον θεσσαλικό κάμπο από γόνιμη γη σε άνυδρη πεδιάδα.

Παρά τις διαβεβαιώσεις της Πολιτείας για ταχεία αποκατάσταση και αντιπλημμυρική θωράκιση, τα μεγάλα έργα παραμένουν σε εκκρεμότητα. Το υπουργείο Ενέργειας και Περιβάλλοντος προγραμματίζει τα έργα ορεινής υδρονομίας για το 2026-27, την ώρα που το υπουργείο Υποδομών καθυστερεί τα έργα, τα φράγματα Ενιπέα, Πύλης, Μουζακίου και τη διώρυγα Γυρτώνης–Κάρλας, χωρίς να υπάρχει όχι ορίζοντας ολοκλήρωσης, αλλά ούτε ενημέρωση.
Εγκλωβισμένος στις συμπληγάδες της κλιματικής αλλαγής, με τις απειλές των πλημμυρών και της ερημοποίησης να ελοχεύουν για τον θεσσαλικό κάμπο, ζητείται επειγόντως ένα εθνικό σχέδιο νερού, όπως εξαγγέλθηκε προ ημερών για την Αττική

Επιλέγοντας να δώσει την πλήρη εικόνα της κατάστασης από την Αθήνα, ο Περιφερειάρχης Θεσσαλίας Δημήτρης Κουρέτας, προειδοποίησε ότι η πλήρης προστασία της περιοχής δεν πρόκειται να επιτευχθεί πριν από το 2030. «Η Θεσσαλία σήμερα μπορεί να αντέξει έναν Daniel διάρκειας 12 ωρών, όχι περισσότερο», δηλώνει χαρακτηριστικά, προσθέτοντας πως μόνο με την ολοκλήρωση όλων των έργων, συνολικού κόστους περίπου 1 δισ. ευρώ, μπορεί να υπάρξει ουσιαστική ασφάλεια.
«Τα εργα για την αποκατάσταση από τον Daniel που έχει αναλάβει η Περιφέρεια έχουν σχεδόν ολοκληρωθεί και έως τα τέλη του 2027 θα έχει γίνει και η ενίσχυση αναχωμάτων. Μέχρι σήμερα έχουν δοθεί περίπου 150 εκ. ευρώ και πρέπει να δοθούν άλλα 100», σημείωσε ο κ. Κουρέτας προσθέτοντας πως όταν συμπληρωθεί το «παζλ» των έργων με τις επεμβάσεις ορεινής υδρονομίας μέχρι τοκαλοκαίρι του 2027 «θα φτάσουμε στο 60 έως 70% του Daniel». Συμπλήρωσε ότι για την πλήρη θωράκιση της περιοχής θα πρέπει να ολοκληρωθούν και τα μεγάλα έργα, όπως ο Ενιπέας, τα οποία όμως εμφανίζουν τεράστιες καθυστερήσεις. Ειδικά για το φράγμα του Ενιπέα ο διαγωνισμός ξεκίνησε στα τέλη του 2022, με τον κ. Κουρέτα να επισημαίνει, πάντως, ότι με τα έως σήμερα δεδομένα, δεν υπάρχει περίπτωση να έχει ολοκληρωθεί πριν το 2030.

«Ο πρωθυπουργός είχε πει τον Αύγουστο του 2024 ότι σε ένα χρόνο θα ήταν έτοιμες οι μελέτες. Μέχρι σήμερα δεν υπάρχουν ούτε μελέτες, ούτε ενημέρωση, αλλά ούτε και χρονοδιάγραμμα», ανέφερε ο Περιφερειάρχης.
Ούτε βήμα πίσω για τον Αχελώο, Η εκδίκαση της προσφυγής στο ΣτΕ για την ακύρωση του ΣΔΛΑΠ επιτάσσει σύμπραξη όλων των δυνάμεων για τη δυναμική απαίτηση όλων όσων έχουν εξαγγελθεί αλλά ουδέποτε υλοποιηθεί
Οσο για τις περιβόητες μελέτες της εταιρείας HVA, σύμφωνα με τον κ. Κουρέτα «δεν χρησιμοποιήθηκαν και άλλοι μελετητές ετοιμάζουν τώρα τα έργα ορεινής υδρονομίας».
Το χρονικό των καθυστερήσεων ωστόσο είναι μακρύ. Μεγάλα έργα έχουν εξαγγελθεί, αλλά η υλοποίηση σκοντάφτει στη γραφειοκρατία, στην έλλειψη μελετών και στις διαρκείς αλλαγές προτεραιοτήτων.
Η λειψυδρία απειλεί τον κάμπο
Η Θεσσαλία δεν είναι απλώς μια γεωγραφική περιοχή· είναι η καρδιά της ελληνικής γεωργίας. Παράγει περίπου το 30% των αγροτικών προϊόντων της χώρας και τροφοδοτεί με τρόφιμα την υπόλοιπη Ελλάδα. Όμως τα τελευταία χρόνια, η μείωση των διαθέσιμων υδάτινων πόρων έχει οδηγήσει σε δραματικές αλλαγές.
Το υδατικό έλλειμμα της Θεσσαλίας φτάνει πλέον τα 3 δισεκατομμύρια κυβικά μέτρα, με ετήσιο έλλειμμα περίπου 450 εκατομμύρια. Από το νερό που καταναλώνεται, το 90% αφορά άρδευση, εκ των οποίων τα 2/3 προέρχονται από γεωτρήσεις με το κόστος άντλησης να ανεβαίνει συνεχώς, καθιστώντας πολλές καλλιέργειες ασύμφορες.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της Περιφέρειας, στη Θεσσαλία λειτουργούν περισσότερες από 33.000 γεωτρήσεις, πολλές παράνομες, που αντλούν νερό από εξαντλημένους υδροφορείς. Σε αρκετές περιοχές, η στάθμη έχει κατέβει έως και 100 μέτρα, ενώ σε ορισμένα σημεία έχει αρχίσει η είσοδος θαλασσινού νερού στα υπόγεια στρώματα.
Οι συνέπειες είναι ορατές. Οι αρδευόμενες εκτάσεις έχουν μειωθεί σχεδόν στο μισό μέσα σε 6 – 7 χρόνια, με συνέπεια τη δραματική πτώση του αγροτικού εισοδήματος. Η καλλιέργεια του βαμβακιού —που άλλοτε κάλυπτε 1,5 εκατομμύριο στρέμματα και αποτελούσε το 40% της ευρωπαϊκής παραγωγής— περιορίστηκε στα 600.000 στρέμματα. Οι ειδικοί προειδοποιούν πως αν δεν υπάρξει άμεση αντιμετώπιση, έως και 1 εκατομμύριο στρέμματα κινδυνεύουν να εγκαταλειφθούν, με απώλεια 400 εκατ. ευρώ ετησίως και μείωση του αγροτικού εισοδήματος κατά 25%.
Το αδιέξοδο του Αχελώου
Η επικείμενη εκδίκαση στο Συμβούλιο της Επικρατείας στις 3 Δεκεμβρίου της προσφυγής που κατέθεσαν περιβαλλοντικές οργανώσεις φορείς της αυτοδιοίκησης από την Αιτωλοακαρνανία κατά της μερικής εκτροπής του Αχελώου με την ακύρωση του Σχεδίου Διαχείρισης Λεκανών Υδάτων (ΣΔΛΑΠ) της Θεσσαλίας είναι σημείο καμπής για τις επόμενες δεκαετίες σε συνδυασμό και την εφαρμογή του αντίστοιχου της Στερεάς Ελλάδας (ΛΑΠ Αχελώου).
Η μεταφορά νερού από τον Αχελώο προς τη Θεσσαλία αποτελεί θέμα δεκαετιών. Το έργο, που ξεκίνησε να κατασκευάζεται τη δεκαετία του 1990, είχε στόχο τη μεταφορά περίπου 250 εκατομμυρίων κυβικών μέτρων νερού ετησίως προς τον Πηνειό, για την ενίσχυση της άρδευσης και την αποκατάσταση των υπόγειων υδροφορέων. Ωστόσο, μετά από αλλεπάλληλες προσφυγές και πολιτικές αντιπαραθέσεις, το έργο έμεινε ημιτελές. Η σήραγγα μήκους 17,8 χλμ. και το φράγμα Συκιάς βρίσκονται σε εγκατάλειψη, ενώ η συνεχιζόμενη εκκρεμότητα στο Συμβούλιο της Επικρατείας για το Σχέδιο Διαχείρισης Υδάτων έχει «παγώσει» κάθε ενέργεια.
Γίνεται ορατό ότι χωρίς μεταφορά μέρους των νερών του Αχελώου, η Θεσσαλία δεν έχει βιώσιμη προοπτική. Ακόμη και στο συγκρατημένο σενάριο μεταφοράς 250 εκατ. κ.μ. νερού ετησίως, το έλλειμμα θα μπορούσε να μειωθεί σχεδόν κατά το ήμισυ. Η καθυστέρηση, όμως, έχει ήδη προκαλέσει ανεπανόρθωτες φθορές, έργα που έμειναν ημιτελή κινδυνεύουν με κατάρρευση, ενώ κάθε χρόνο που περνά αυξάνεται το κόστος αποκατάστασης.
Η Θεσσαλία δεν κινδυνεύει μόνο από το νερό που τότε την πλημμύρισε με ανυπολόγιστο κόστος ανθρώπινων ζωών και περιουσιών, αλλά παραδόξως κι από την έλλειψή του
Η λίμνη Πλαστήρα δεν αρκεί
Για δεκαετίες, η λίμνη Πλαστήρα αποτέλεσε τη βασική πηγή άρδευσης και ύδρευσης για τη Θεσσαλία. Στο παρόν, οι δυνατότητές της έχουν φτάσει στα όριά τους. Οι ανάγκες της γεωργίας, σε συνδυασμό με την καλοκαιρινή ξηρασία, έχουν μειώσει δραματικά τη στάθμη του νερού.
Η λίμνη Πλαστήρα δεν μπορεί πλέον να στηρίξει τον κάμπο, οι υδροφορείς έχουν εξαντληθεί και η διείσδυση θαλασσινού νερού υποβαθμίζει τα εδάφη, φέρνοντάς τη Θεσσαλία στο μεταίχμιο:
είτε ένα ολιστικό σχέδιο υδατικής διαχείρισης με έργα συγκράτησης, αλλά και νέους ταμιευτήρες, ανακύκλωση αρδευτικών υδάτων και εκσυγχρονισμό των δικτύων, είτε… ερημοποίηση.
Πάθημα χωρίς μάθημα
Αν ο Ιανός ήταν η προειδοποίηση, ο Daniel έδειξε ότι η κλιματική κρίση όχι μόνο είναι παρούσα αλλά και δεν συγχωρεί καθυστερήσεις. Τα Σχέδια Διαχείρισης Λεκανών Απορροής Ποταμών υπάρχουν από το 2014, αλλά δεν εφαρμόστηκαν ποτέ στην πράξη. Δεν υπήρξε ποτέ ένα ιεραρχημένο πρόγραμμα έργων, με προτεραιότητες και χρηματοδοτήσεις, αλλά ούτε κι ένα πλάνο παραγωγής, με μία γεωργία προσαρμοσμένη στις νέες συνθήκες.
Η Περιφέρεια Θεσσαλίας έχει εκπονήσει ένα κοστολογημένο σχέδιο για τη μείωση του υδατικού ελλείμματος κατά 465 εκατ. κυβικά μέτρα, μέσα από συνδυασμό έργων εξοικονόμησης, νέων φραγμάτων, αναδασμών και κλειστών δικτύων άρδευσης.
Ωστόσο, η υλοποίηση όλων αυτών εξαρτάται αποκλειστικά από τις αποφάσεις των υπουργείων.
Ενδεικτικό είναι πως το 2024, σε ορισμένες περιοχές της Καρδίτσας, οι αγρότες αναγκάστηκαν να μειώσουν κατά 40% την αρδευόμενη έκταση, καθώς οι γεωτρήσεις στέρεψαν. Την ίδια στιγμή, οι αγροτικοί συνεταιρισμοί βλέπουν το κόστος ενέργειας για άντληση νερού να εκτοξεύεται, απειλώντας τη βιωσιμότητα ολόκληρων κοινοτήτων.
Η σιωπηλή ερημοποίηση
Οι ειδικοί μιλούν πλέον ανοιχτά για κινδύνους ερημοποίησης. Οι υπόγειοι υδροφορείς αδειάζουν, η υφαλμύρωση προχωρά και οι αποδόσεις των καλλιεργειών μειώνονται χρόνο με τον χρόνο.
Η κλιματική αλλαγή επιτείνει το πρόβλημα, καθώς οι βροχοπτώσεις γίνονται πιο σποραδικές και έντονες: πολύ νερό σε λίγο χρόνο και μεγάλες περίοδοι ξηρασίας ενδιάμεσα. Το έδαφος δεν προλαβαίνει να απορροφήσει το νερό, και έτσι η Θεσσαλία βιώνει ταυτόχρονα πλημμύρες και λειψυδρία.
Η κατάσταση θυμίζει φαύλο κύκλο: κάθε πλημμύρα καταστρέφει τις υποδομές και κάθε ξηρασία εξαντλεί τους πόρους. Και όσο οι αποφάσεις καθυστερούν, τόσο πιο δύσκολη γίνεται η αποκατάσταση. Η Θεσσαλία χρειάζεται επειγόντως ένα εθνικό σχέδιο νερού, συντονισμένο ανάμεσα σε Υπουργεία, Περιφέρεια, Δήμους και επιστημονικούς φορείς. Δεν αρκούν αποσπασματικά έργα ή ευκαιριακές χρηματοδοτήσεις.
Απαιτείται μακρόπνοος σχεδιασμός, με σεβασμό στο περιβάλλον, ορθολογική χρήση των πόρων και ενίσχυση των αγροτών με νέα τεχνολογία και γνώση. Ειδάλλως ο θεσσαλικός κάμπος θα γίνει το σύμβολο μιας χώρας που άργησε να καταλάβει ότι το νερό είναι το πολυτιμότερο αγαθό.





