Γαλλία: Τι θα γίνει αν «σκάσει» το χρέος – Η ιδιότυπη «ευκαιρία» για την Ελλάδα. –

Γαλλία: Τι θα γίνει αν «σκάσει» το χρέος – Η ιδιότυπη «ευκαιρία» για την Ελλάδα.

Αγορές, επενδυτές, διεθνείς οργανισμοί και Ευρωπαϊκές κυβερνήσεις τις τελευταίες μέρες έχουν στραμμένο το βλέμμα τους στο Παρίσι και κρατούν την ανάσα τους. Αν η πολιτική και η ταυτόχρονη δημοσιονομική κρίση στην Γαλλία προκαλέσει αμφισβήτηση της βιωσιμότητας του δημόσιου χρέους της, το σοκ δεν θα περιοριστεί στο Παρίσι.

Η Γαλλία είναι ο δεύτερος μεγαλύτερος εκδότης κρατικού χρέους στην ευρωζώνη. Ένα «ατύχημα» θα σημάνει άλμα των αποδόσεων στα ομόλογα, «ασφυξία» ρευστότητας και αύξηση του κινδύνου για τράπεζες, ασφαλιστικές εταιρείες και θεσμικούς επενδυτές.

Η δημοσιονομική αβεβαιότητα στην Γαλλία δεν προέκυψε ξαφνικά. Στα τέλη Νοεμβρίου 2024 τα δεκαετή ομόλογα του Γαλλικού δημοσίου έφτασαν να διαπραγματεύονται στο ίδιο και για λίγο διάστημα, υψηλότερο επίπεδο απόδοσης με τα ελληνικά ομόλογα. Εξέλιξη αυτή πριν λίγα χρόνια έμοιαζε αδιανόητη, τότε που η Ελλάδα ήταν δημοσιονομικά το μαύρο πρόβατο της Ευρώπης. Οι ενδείξεις, ωστόσο στη Γαλλία υπήρχαν από πολύ νωρίτερα, όταν είχε ξεσπάσει η προεκλογική ένταση τον Ιουνίου του 2024.

Λίγες ημέρες πριν, στις 31 Μαΐου 2024 η S&P υποβαθμίζει τη Γαλλία σε AA-. Αιτία τα υψηλά ελλείμματα και η διαρκώς ανοδική πορεία του χρέους. Η κίνηση κλόνισε το αφήγημα της δυνατής Γαλλικής οικονομίας και έδωσε σήμα στις αγορές να επανεκτιμήσουν τον γαλλικό κίνδυνο. Από τότε κάθε κλυδωνισμός στο πολιτικό σκηνικό μεγεθύνει την πίεση στις αποδόσεις των γαλλικών ομολόγων, ενώ η σημερινή πολιτική συγκυρία επιταχύνει το ράλι κινδύνου.

Τι σημαίνει ένα γαλλικό ντόμινο;

Από τους μεγαλύτερους κινδύνους είναι η επίσπευση του πολιτικού και οικονομικού κατακερματισμού στην ευρωζώνη . Όσο ανεβαίνει το ρίσκο στη Γαλλία, οι επενδυτές μειώνουν την έκθεση τους σε ευρωπαϊκούς τιτλους. Ταυτοχρονα ζητούν μεγαλύτερα ασφάλιστρα για όλους. Από τον Ευρωπαϊκό Νότο, μέχρι τον σκληροπυρηνικό Βορρά.

Η ΕΚΤ έχει πάρει μαθήματα από την πρόσφατη δημοσιονομική κρίση και πλέον διαθέτει εργαλεία ώστε να απορροφά τις πιέσεις των αγορών. Παρόλα αυτά, η ικανότητα «πυρόσβεσης» δεν είναι απεριόριστη, ειδικά αν η φωτιά έχει ξεσπάσει στη δεύτερη ισχυρότερη οικονομία της ζώνης του ευρώ.

Οι γαλλικές τράπεζες έχουν στο χαρτοφυλάκιο τους ένα πολύ σημαντικό κομμάτι γαλλικου χρέους. Με δεδομένη τη διασύνδεση των Γαλλικών ιδρυμάτων με της υπόλοιπης Ευρώπης, μπορεί κανείς να αναλογιστεί τα προβλήματα που θα προκληθούν. Το τελευταίο διάστημα, η αναταραχή στη Γαλλία, αποδεικνύει πόσο γρήγορα το πολιτικό ρίσκο μπορεί να μετατραπεί σε χρηματοοικονομικό κίνδυνο, με όλες τις συνέπειες που αυτός προκαλεί σε οικονομίες και αγορές.

Στο μέτωπο της πραγματικής οικονομίας, ο ακριβότερος δανεισμός για κάθε χώρα σημαίνει αυτόματα περιορισμός του δημοσιονομικού χώρου, υστέρηση στο ρυθμό των επενδύσεων και βέβαια υψηλότερα φορολογικά βάρη και περικοπές δαπανών. Η συζήτηση έχει ήδη ξεκινήσει, με την Γαλλική κυβέρνηση να επικαλείται την ανάγκη λήψης μέτρων λιτότητας. Το γεγονός προκαλεί στο Παρίσι πολιτικούς τριγμούς, οι οποίοι τροφοδοτούν την αβεβαιότητα και εκτοξεύουν τις αποδόσεις.

Ο γερμανικός κίνδυνος

Το ερώτημα είναι αν η κρίση θα ντυθεί μόνο στα γαλλικά χρώματα ή θα μολύνει και τις υπόλοιπες οικονομίες της Ευρώπης. Σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο, μπορεί η Γερμανική οικονομία να μείνει αλώβητη από την αναταραχή στη Γαλλία; Το spread μεταξύ 10ετών ομολόγων εκτοξεύτηκε στα τέλη Αυγούστου κοντά στις 80 μονάδες βάσης. Αυτό θα μπορούσε να είναι ένα πρώτο δείγμα για το φόβο μετάδοσης. Παρά το γεγονός οτι οι γερμανικές τράπεζες έχουν μικρότερη άμεση έκθεση σε γαλλικά ομόλογα, η διασύνδεση των αγορών συνεπάγεται πιέσεις στις αγορές και ακριβότερο κόστος δανεισμού.

Στο μακροοικονομικό πεδίο, η Γερμανία εισήλθε στο 2025 με σχεδόν μηδενική ανάπτυξη, εξασθενημένες εξαγωγές, τον κίνδυνο από τους Αμερικανικούς δασμούς και την ανησυχία οτι ελλοχεύει ο κίνδυνος ενός ακόμα γύρου πολιτικών αναταράξεων. Όλα αυτά μαζί περιορίζουν την ανθεκτικότητα σε εισαγόμενα σοκ. Η πρόσφατη χαλάρωση στο δημοσιονομικού φρένου για το χρέος και η δημιουργία ενός ειδικού ταμείου 500 δισ. ευρώ για την άμυνα και τις υποδομές παρέχουν δημοσιονομικό όπλο, αλλά δεν αρκούν για να απορροφήσουν μια παρατεταμένη κρίση στον πυρήνα της ευρωζώνης.

Η ελληνική περίπτωση

Η γαλλική κρίση κρύβει μια ιδιότυπη «ευκαιρία» για την Ελλάδα. Η σύγκλιση και στη συνέχεια η αντιστροφή των ομολογιακών αποδόσεων Ελλάδας – Γαλλίας, καταδεικνύει ότι οι επενδυτές αναγνωρίζουν στην Ελλάδα την πρόοδο στο μέτωπο του χρέους και την προσπάθεια στον περιορισμό του ελλείμματος. Την ίδια περίοδο η Ιρλανδία, η Πορτογαλία και η Ισπανία είδαν το κόστος δανεισμού τους να πέφτει κάτω από της Γαλλίας, καθώς οι επενδυτές αναζήτησαν ασφαλέστερα δημοσιονομικά στοιχεία και σταθερότερο πολιτικό τοπίο.

Για τα ελληνικά ομόλογα, ένα παρατεταμένο ανοδικό ράλι των Γαλλικών ομολόγων μπορεί να έχει θετικές συνέπειες. Βραχυπρόθεσμα ωστόσο, η ανάφλεξη της κρίσης θα ασκήσει πιέσεις και στις ελληνικές αποδόσεις. Όμως σε όρους spreads η Ελλάδα μπορεί να βγει κερδισμένη. Οι επενδυτές προτιμούν τις υψηλότερες αποδόσεις που δεν συνδέονται με πολιτικό ρίσκο. Αυτό θα μπορούσε να προσελκύσει επενδυτές στα Ελληνικά ομόλογα, ειδικά οσο οι οίκοι συνεχιζουν τη θετική αξιολόγηση της οικονομίας.

Το ρίσκο ωστόσο για την Ελληνική οικονομία παραμένει αν αυτή τη φορά θα παρουσιαστεί θωρακισμένη στις επιδράσεις μιας νέας χρηματοπιστοτικής κρίσης. Οι δημοσιονομικές πληγές μπορεί να έχουν επουλωθεί, αλλά δεν έχουν κλείσει. Ο κίνδυνος των δίδυμων ελλειμμάτων στην Ελληνική οικονομία παραμένει και τα αναπτυξιακά κενά δεν έχουν κλείσει. Θα έχει ενδιαφέρον αν οι δράσεις για την επόμενη ημέρα της Ελληνικής οικονομίας που θα παρουσιάσει ο Πρωθυπουργός από το βήμα της ΔΕΘ, θα προβλέπει σχέδιο αντιμετώπισης μιας ενδεχόμενης κρίσης

Πηγή: ot.gr

Facebook
Twitter
Telegram
WhatsApp
Email

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ