«Το τέλειο μείγμα στοιχείων που απαιτούνται για μια μεγάλη πυρκαγιά διαθέτει η ευρύτερη περιοχή της Αθήνας», σύμφωνα με επιστήμονες που μίλησαν σε ρεπορτάζ της εφημερίδας «Financial Times». Οι πυρκαγιές όχι μόνο γίνονται όλο και πιο συχνές, αλλά είναι δύσκολο να προβλεφθούν και εξαπλώνονται ολοένα και πιο κοντά σε πυκνοκατοικημένες αστικές περιοχές. Εχοντας υπόψη αυτή την επιστημονική διαπίστωση η βρετανική εφημερίδα έστρεψε το ενδιαφέρον της στην Αθήνα, μια από τις πόλεις που είναι πιο ευάλωτες στην κλιματική αλλαγή, αναζητώντας πώς μπορεί να είναι οι επόμενοι μήνες για την ελληνική πρωτεύουσα και τους κατοίκους της που ζουν με τον φόβο μιας πυρκαγιάς.
Μια μεγάλη πυρκαγιά που, όπως λέει ο Κώστας Λαγουβάρδος, διευθυντής Ερευνας στο Ινστιτούτο Περιβαλλοντικής Ερευνας και Βιώσιμης Ανάπτυξης στο Εθνικό Αστεροσκοπείο Αθηνών, μπορεί να ξεκινήσει, για παράδειγμα, στον Υμηττό, «ένα βουνό διάσπαρτο με ιστορικά μοναστήρια και πευκοδάση». «Νομίζω ότι θα είναι η επόμενη» παρατηρεί. Οπως αναφέρει το δημοσίευμα, «προσομοιώσεις που έγιναν με τον συνάδελφό του Θεόδωρο Γιάνναρο, έναν ατμοσφαιρικό μοντελιστή, δείχνουν πώς μια πυρκαγιά που μπορεί να ξεκινήσει στους βόρειους πρόποδες του Υμηττού θα σημείωνε “πολύ γρήγορη πρόοδο” εάν ενισχυόταν από ισχυρούς ανέμους. Χρησιμοποιώντας το ξερό δάσος και τη βλάστηση του βουνού ως πηγή καυσίμου, οι φλόγες θα μπορούσαν γρήγορα να κατέβουν προς την πόλη, κοντά σε μια περιοχή που στεγάζει την πανεπιστημιούπολη, στα όρια της πόλης». Προσθέτει πως «ενώ το βουνό είναι ισχυρά προστατευμένο ιδιαίτερα τους καλοκαιρινούς μήνες, μια πυρκαγιά μπορεί να συμβεί».
Ο δημοσιογράφος της εφημερίδας καταγράφει τις καμένες δασικές εκτάσεις στον Βαρνάβα όπως και κοντά στο Αστεροσκοπείο της Πεντέλης, εκεί όπου βρίσκονται οι επιστήμονες οι οποίοι ερευνούν τη σχέση μεταξύ των μετεωρολογικών συνθηκών και των θανατηφόρων πυρκαγιών. Ακόμα και αυτοί, σημειώνεται, αιφνιδιάστηκαν από την πυρκαγιά που έφτασε στην πόρτα τους τον περασμένο Αύγουστο. Το γεγονός ότι μια πυρκαγιά έφτασε τόσο κοντά στο κτίριο όπου οι επιστήμονες προσπαθούσαν εδώ και καιρό να κατανοήσουν το φαινόμενο υπογραμμίζει τις βασικές προκλήσεις για τις πόλεις σε όλον τον κόσμο καθώς τα ακραία καιρικά φαινόμενα εντείνονται. «Η πυρκαγιά ήταν σοκ για πολλούς ανθρώπους» εξηγεί ο Λαγουβάρδος. «Αν και η περιοχή της Αττικής έχει πληγεί από πολλές πυρκαγιές τα τελευταία χρόνια, τροφοδοτούμενες από θερμοκρασίες ρεκόρ, ήταν η πρώτη φορά που μια πυρκαγιά ήταν τόσο κοντά στον αστικό ιστό» προσθέτει για την οδυνηρή περσινή εμπειρία, όταν οι φλόγες έφτασαν στο Πάτημα Χαλανδρίου.
Τελικά, η Αθήνα γλίτωσε παρά τρίχα από μια καταστροφική πυρκαγιά. «Αυτό που έλειπε ήταν το στοιχείο του ανέμου» λέει ο Τόμας Σμιθ, αναπληρωτής καθηγητής Περιβαλλοντικής Γεωγραφίας στη London School of Economics, επισημαίνοντας έναν κρίσιμο παράγοντα που μπορεί να κλιμακώσει μια πυρκαγιά από διαχειρίσιμη σε καταστροφική.
Η Αθήνα και άλλες μεγάλες πόλεις, όπως το Ντάλας, η Λισαβόνα, το Σίδνεϊ και το Κέιπ Τάουν, είναι αυτό που ορισμένοι επιστήμονες αποκαλούν «καθιστές πάπιες», δηλαδή εύκολους στόχους. Το κλίμα και οι γεωγραφικές συνθήκες σημαίνουν ότι είναι εξαιρετικά ευάλωτες σε καταστροφές που σχετίζονται με την υπερθέρμανση του πλανήτη. Αυτό θα μπορούσε να είναι πυρκαγιές, όπως στο Λος Αντζελες τον Ιανουάριο, αλλά και πλημμύρες, όπως στη Βαλένθια πέρυσι.
Με το 2025 να αναμένεται να είναι ένα από τα θερμότερα έτη που έχουν καταγραφεί, παρά το ψυχρότερο καιρικό φαινόμενο La Niña νωρίτερα φέτος, οι επιστήμονες προειδοποιούν για αυξανόμενο κίνδυνο καταστροφών που σχετίζονται με το κλίμα. Ερευνες έχουν δείξει ότι οι ζεστές, ξηρές και θυελλώδεις συνθήκες που οδήγησαν στις πυρκαγιές στο Λος Αντζελες ήταν περίπου 35% πιο πιθανό να οφείλονται στην κλιματική αλλαγή. Στην περίπτωση της Αθήνας, η μοντελοποίηση από τον Χρήστο Γιαννακόπουλο του Εθνικού Αστεροσκοπείου δείχνει ότι, σε ένα «σενάριο συνήθους πρακτικής», όπου σημειώνεται μικρή πρόοδος στη μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου, η πόλη αναμένεται να έχει έως και 40 πρόσθετες ημέρες με μέγιστες θερμοκρασίες άνω των 35°C κάθε χρόνο έως το 2050, σε σύγκριση με την περίοδο από το 1981 έως το 2000.
Η ευρύτερη περιοχή της Αθήνας, όπως και άλλες «καθιστές πάπιες», έχει το «τέλειο μείγμα» στοιχείων που απαιτούνται για μια σημαντική πυρκαγιά, παρατηρεί ο Τζο ΜακΝόρτον, ειδικός στα μοντέλα για την επιφάνεια της Γης στο Ευρωπαϊκό Κέντρο Μεσοπρόθεσμων Μετεωρολογικών Προβλέψεων. «Οι πυρκαγιές χρειάζονται καύσιμα συχνά με τη μορφή βλάστησης, μια πηγή ανάφλεξης όπως υπερβολική ζέστη ή μια ανθρωπογενής πυρκαγιά, και τις κατάλληλες καιρικές συνθήκες», λέει, συμπεριλαμβανομένων των ισχυρών ανέμων.
Ολα αυτά επιδεινώνονται από την αστική εξάπλωση. Ενώ οι δασικές πυρκαγιές δεν αποτελούν νέο φαινόμενο, καθώς είναι μέρος του οικοσυστήματος της Γης επί χιλιετίες, περισσότεροι άνθρωποι ζουν τώρα κοντά σε δυνητικά μεγάλες πηγές καυσίμων. Οπως επισημαίνεται στο ρεπορτάζ, «από τη δεκαετία του 1950, τα κτίρια στην Αθήνα εξαπλώνονται πλησιάζοντας τα βουνά, τους λόφους και τη θάλασσα που περιβάλλουν την περιοχή», δημιουργώντας σημεία ανάφλεξης για πυρκαγιές.
Ο ασταθής καιρός καθιστά επίσης αυτές τις περιοχές πιο εύφλεκτες. Στην περίπτωση του Λος Αντζελες, η πόλη είχε βιώσει μια εξαιρετικά υγρή περίοδο που οδήγησε στην άφθονη ανάπτυξη θαμνώδους βλάστησης. Ακολούθησε μια παρατεταμένη ξηρασία που ξήρανε τα φυτά, δημιουργώντας καύσιμο για πυρκαγιά – η οποία όταν ξέσπασε κατέστρεψε χιλιάδες σπίτια και εκτάσεις και είχε ως αποτέλεσμα να χάσουν τη ζωή τους 30 άτομα.
Μια παρόμοια κατάσταση θα μπορούσε να διαδραματιστεί στην Αθήνα, προειδοποιούν οι επιστήμονες, όπου μια περίοδος βροχοπτώσεων ακολουθούμενη από ξηρασία και θερμοκρασίες άνω των 40 βαθμών Κελσίου θα εξασφάλιζε αφθονία καυσίμων. Εκτός από τα πευκοδάση, η θαμνώδης βλάστηση έχει αυξηθεί καθώς η γεωργία έχει μειωθεί, με την απώλεια αιγών και προβάτων που παραδοσιακά κρατούσαν τη βλάστηση υπό έλεγχο, σημειώνει ο Σμιθ της LSE.
Οι πυρκαγιές έχουν και μακροπρόθεσμες συνέπειες, όπως τις πλημμύρες, εξηγεί ο Μιχάλης Διακάκης, ειδικός σε καταστροφές που σχετίζονται με το κλίμα και ακραία φαινόμενα στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Αυτός ο κίνδυνος διαρκεί έως και μία δεκαετία ύστερα από πυρκαγιά σε ορισμένες περιοχές, τονίζει, και μπορεί να είναι πολύ πιο καταστροφικός για τα κέντρα των πόλεων. «Είναι εύκολο να μπλοκάρει το τμήμα ενός ποταμού, σπρώχνοντας το νερό έξω και κατακλύζοντας την περιοχή. Οι πλημμύρες τελικά θα κατέβουν προς το κέντρο της πόλης».
Πηγή: tanea.gr