Κάπου στις αρχές αυτού του αιώνα έμαθα ότι το Ηνωμένο Βασίλειο κατάρτισε έναν κατάλογο με τις δέκα πιο σημαντικές ενέργειες που πρέπει να γίνουν σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης. Μία από αυτές ήταν η διάσωση ορισμένων περίφημων έργων τέχνης που φιλοξενούνται στην Εθνική Πινακοθήκη. Η ανησυχία της κυβέρνησης αναφορικά με την ασφάλεια αυτών των πινάκων ζωγραφικής καταρρίπτει τον ισχυρισμό ότι η υψηλή τέχνη έχει πεθάνει. Οι κλασικοί πίνακες ενδεχομένως να μοιάζουν άνευ νοήματος σε έναν κόσμο ο οποίος πνίγεται μέσα στην επιπολαιότητα και το «περιεχόμενο», επειδή σε καιρό ειρήνης έχουμε την πολυτέλεια να αποσπάται η προσοχή μας. Ομως, ο πόλεμος αλλάζει την εξίσωση. Οταν μια χώρα τιμά την πολιτική της ταυτότητα εξίσου με το έδαφός της, τους φυσικούς της πόρους και τους χρηματοοικονομικούς θεσμούς της, τότε η τέχνη μπορεί να καταστεί πεδίο μάχης.
Ας αναλογιστούμε τον αποκαλούμενο «νόμο κατά του Πούσκιν», που πήρε το όνομά του από τον ποιητή του 19ου αιώνα Αλεξάντερ Πούσκιν. Η υιοθεσία του, πέρυσι, δίνει τη δυνατότητα απομάκρυνσης ή και καταστροφής πολιτιστικών μνημείων τα οποία σχετίζονται με τη ρωσική ή τη σοβιετική ιστορία. Ετσι, πολυάριθμα έργα τέχνης – συμπεριλαμβανομένων πινάκων ζωγραφικής, γλυπτών και βιβλίων που προέρχονται από ρώσους καλλιτέχνες – έχουν απαγορευθεί ή καταστραφεί, ως σύμβολα μιας ιμπεριαλιστικής, ολοκληρωτικής ιδεολογίας. Ομως, για να δανειστούμε τον Ταλλεϋράνδο, η προσπάθεια να «ακυρωθεί» με συνοπτικές διαδικασίες ένα άλλο έθνος ή οι πολιτιστικές του δημιουργίες αποτελεί κάτι χειρότερο από έγκλημα – είναι ένα λάθος.
Προφανώς, με τις ρωσικές στρατιές να βεβηλώνουν την Ουκρανία, ουδείς Ρώσος μπορεί να τολμήσει να υποδείξει στους Ουκρανούς πώς να διαχειριστούν το παρελθόν τους ή να οικοδομήσουν το μέλλον τους. Θα ήθελα να έχω τη δυνατότητα να απολογηθώ στον ουκρανικό λαό εκ μέρους του ρωσικού έθνους. Ομως, την ίδια στιγμή, δεν είμαι η μόνη που αμφισβητεί τη σωφροσύνη που εμπερικλείει η πρακτική της πολιτιστικής ακύρωσης.
Το 1955, στο απόγειο του Ψυχρού Πολέμου, ο Τζορτζ Κέναν, ένας από τους μεγαλύτερους διπλωμάτες της Αμερικής, εκφώνησε μια ομιλία στο Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης της Νέας Υόρκης. «Στη δημιουργία της ομορφιάς και στα μεγάλα και μνημειώδη έργα της διανόησης, εκεί και μόνο εκεί τα ανθρώπινα όντα έχουν τη δυνατότητα να ανακαλύψουν μια άτρωτη γέφυρα μεταξύ των εθνών, ακόμη και στις πιο σκοτεινές περιόδους πολιτικής πικρότητας, σοβινισμού και αίσθησης μοναδικότητας». Οι κρίσεις, με άλλα λόγια, αποκαλύπτουν την πραγματική, απαράμιλλη ισχύ της τέχνης.
Γιατί, όμως, συμβαίνει αυτό; Διότι, σε αντίθεση με την πολιτική, η αυθεντική τέχνη δεν λέει ποτέ ψέματα. Προτού καν οι πολιτικοί καταφέρουν ακόμη και να αρθρώσουν το πρόγραμμα ή τις πραγματικές προθέσεις τους, η τέχνη συχνά έχει ήδη αποκαλύψει τα πάντα.
Το 1947, ο Κέναν είχε γράψει ένα περίφημο άρθρο για λογαριασμό του Foreign Affairs, αναφορικά με αυτό που ονόμαζε «πηγές της σοβιετικής συμπεριφοράς». Υιοθετώντας την ίδια προσέγγιση, μπορούμε να ανιχνεύσουμε τη σημερινή συμπεριφορά της Ρωσίας ανατρέχοντας στον Φιόντορ Ντοστογέφσκι. Σε γράμμα του 1873 προς τον μελλοντικό αυτοκράτορα Αλέξανδρο Γ΄, ο ρώσος συγγραφέας έγραψε ότι «τα μεγάλα έθνη που έχουν αποδείξει (…) τη μεγάλη τους ισχύ – αυτά που έχουν φέρει έστω και μία αχτίδα φωτός στον κόσμο – πέτυχαν επειδή παρέμειναν (…) αλαζονικά ανεξάρτητα». Ο Πούτιν διαβάζει ό,τι θέλει σε αυτή τη ρητορική: ως ένας «ανεξάρτητος πολιτισμός», η Ρωσία ενεργεί όπως πρέπει να κάνει. Αλλά αν ο Πούτιν ήταν καλύτερος μαθητής, θα είχε καταλάβει πως το κάλεσμα του Ντοστογέφσκι για εθνική ανεξαρτησία δεν προέρχεται από μια επιθυμία για ισχύ, αλλά από την πεποίθηση πως η μοναδική συνεισφορά κάθε χώρας προσθέτει αξία στον κόσμο μας.
Η Νίνα Χρούστσεβα, δισεγγονή του πρώην ηγέτη της ΕΣΣΔ Νικίτα Χρουστσόφ, είναι καθηγήτρια Διεθνών Σχέσεων στο Πανεπιστήμιο New School της Νέας Υόρκης
Πηγή: tanea.gr